Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

#8


Τελευταία άρχισε να μπερδεύει τη μέρα με τη νύχτα.Συχνά το δωμάτιο έπαιρνε ένα άρρωστο χρώμα, σα το καφέ του βελανιδιού, μην είναι τα κρόσσια που κρέμονται απ' το ριχτάρι στον απέναντι καναπέ η μήπως εκείνο το ροζ τασάκι δίπλα από τον κουμπαρά-αγελάδα,δώρο από πρώην και τα δύο, που στέκονται στο περβάζι του μισοσβησμένου τζακιού, τι απ' όλα φταίει και τι δε φταίει,δεν ήξερε και δε ξέρει.
 Πέρασε ώρα μέχρι να αποφασίσει μια έξοδο. Το τζάκι έσβησε για τα καλά και κείνη πάει καιρός που χει να φανεί.Ήταν η φάση «θέλω να βγω κι ας μη ξέρω για τι θα ψάξω εκεί έξω».Πέταξε το τσιγάρο στο τασάκι,αστόχησε και κείνο έκανε μια μικρή και σχεδόν ανεπαίσθητη τρύπα στη μοκέτα.
 Η διαδικασία «βγαίνω απ' το σπίτι» δεν είχε πια τίποτα σπουδαίο.Κανένα τελετουργικό και καμία προετοιμασία.Δε θα φτιάξει το μούσι,ούτε τα μαλλιά,δε θα περάσει ώρα μπροστά στο καθρέφτη,δε θα διαλέξει παπούτσια,δε θα προσπαθήσει να συνδυάσει το ντύσιμό του.Κάθε άλλο.Θα ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του και θα ντυθεί με ότι αρπάξει πρώτο από τη στοίβα με τα ασιδέρωτα,θα σπρώξει τη πατούσα του σ' ένα ζευγάρι λασπωμένα γκαζελάκια και κλείνοντας τη πόρτα θα «πατήσει» μια ματιά στη σκύλα του.Εκείνη θα μείνει ακίνητη στο ίδιο σημείο επί ώρες,να τον περιμένει.
 ............................................................................................................................................................
 Έλα μ ακούς;Συγνώμη για χτες.Για κείνα τα sms λέω.Δεν ήμουνα καλά,όχι πως προσπαθώ να δικαιολογήσω κάτι.Απλά,ξέρεις μωρέ...μη με διακόπτεις.Ακούς;;; Ακούυυυς;;; Ακ....
 Θα τηλεφωνήσει σ' ένα φίλο και μετά από λίγο θα βρεθούν περικυκλωμένοι από κόσμο,καπνό κι αλκοόλ σ' ένα από τα πιο αλλόκοτα μαγαζιά της πόλης,στο «κοχύλι»,εκεί που η ανάσα σου μπλέκεται στα μαλλιά των κοριτσιών,που οι σερβιτόρες χαμογελάν όταν σου παίρνουν τη παραγγελία,νάτη κι εκείνη και η κάθε εκείνη,θα πάει να της μιλήσει,να της δώσει ένα τηλέφωνο και κάτι που έγραψε πρόχειρα σε μια χαρτοπετσέτα που έχει τυπωμένο το όνομα του μαγαζιού.Θα θελε να τη τραβήξει στη τουαλέτα για μια φάση η ακόμη καλύτερα να επιστρέψει μαζί της σπίτι και μετά καπάκια σκέφτεται το καφέ δωμάτιο και νομίζει πως οι σερβιτόρες δε χαμογελούν πια,απλά γελάν με τη πάρτι του κι απ τα ηχεία έρχεται με απίστευτη ένταση το Loser από Beck...και γαμώ τη Παναγία μου,θέλει να φύγει.Ο φίλος τον τραβάει απ' το βραχίωνα,«ρε μαλάκα όλα καλά;» τραβιέται με δύναμη,τον βεβαιώνει πως είναι καλά και φεύγει.

.................................................................................................................................................................
 Στέκεται γυμνός στο κέντρο του καφέ δωματίου και προσπαθεί να μη τηλεφωνήσει κάπου που δε πρέπει.Τέλειωσε και το χόρτο,κάνει και κρύο,ούτε κι απόψε θα γαμήσει.Μα ποιος μίλησε για γαμήσι;Τη παρέα της ήθελε μόνο.Ένα ποτήρι ζεστό τσάι και κείνη να τον κοιτά στα μάτια σα να πρόκειται για κάτι κολασμένα ιερό,να του γελάει και μες τη παράνοιά της να βάζει τα κλάματα,να του μεταφέρει τα δάκρυα στο δικό του μάγουλο και ναι είναι αλμυρά σα τη θάλασσα και ζεστά σα τον ήλιο τα δάκρυά της.Και θα πει κανείς ότι έτσι είναι τα δάκρυα του κάθε ανθρώπου,ζεστά κι αλμυρά,αλλά θα πρέπει να λάβει υπόψιν του ότι το αποτέλεσμα καθορίζεται από κάποιες συνθήκες,δεν είναι μόνο ο πόλεμος,είναι και τα αίτια,γι αυτό ο κάθε πόλεμος σα πράξη δεν είναι ίδιος, γιατί κουβαλάει ο καθένας τους κι από μια διαφορετική κατάρα.
 Δε θα το βάλει κάτω,θ' ανάψει πάλι το τζάκι,για προσάναμμα θα πετάξει τις σημειώσεις των δυο τελευταίων ημερών κι όλα καλά,σα να μην έγινε τίποτα,σα να μη βγήκε ποτέ απ' το καφέ δωμάτιο.